Γιατί οι σταθμοί πυρηνικής ενέργειας δεν αποτελούν επιλογή για την Ελλάδα

Γιατί οι σταθμοί πυρηνικής ενέργειας δεν αποτελούν επιλογή για την Ελλάδα

Η πυρηνική ενέργεια επανήλθε πρόσφατα στο προσκήνιο, με έμφαση στους μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες (SMR) και τον πιθανό ρόλο τους στο ενεργειακό σύστημα. Το ερώτημα συνδέεται άμεσα με το κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί —και πρέπει— να συμμετάσχει στις σύγχρονες εξελίξεις του τομέα.

Η πρώτη απάντηση είναι σχεδόν αυτονόητη: μια χώρα που θέλει να έχει λόγο στις ενεργειακές της επιλογές οφείλει να διαθέτει επιστημονική γνώση, θεσμούς και υποδομές ικανές να αξιολογούν τις τεχνολογικές εξελίξεις. Η Ελλάδα διαθέτει τέτοια βάση εδώ και δεκαετίες. Στο Κέντρο Ερευνών «Δημόκριτος» λειτούργησε για πάνω απο σαράντα χρόνια, μέχρι to 2004, ερευνητικός πυρηνικός αντιδραστήρας ηλεκτροπαραγωγής και το ΕΜΠ διαθετει Εργαστήριο Πυρηνικής Τεχνολογίας ήδη από το 1965, με επιστημονικό προσωπικό που συμμετέχει ενεργά στα διεθνή δρώμενα.

Ωστόσο, η γνώση μιας τεχνολογίας δεν συνεπάγεται και την υιοθέτησή της. Πολύ περισσότερο, δεν δικαιολογεί την παρουσίασή της ως ώριμης λύσης,  πριν αυτό αποδειχθεί στην πράξη.

Στη δημόσια συζήτηση των τελευταίων ημερών δημιουργείται η εντύπωση ότι οι SMRs αποτελούν μια ώριμη και άμεσα διαθέσιμη επιλογή, ικανή να προσφέρει φθηνή, καθαρή και σταθερή ενέργεια. Η πραγματικότητα όμως απέχει σημαντικά. Στον δυτικό κόσμο δεν λειτουργεί σήμερα κανένας εμπορικός SMR, ενώ ένα φιλόδοξο σχετικο πρόγραμμα στις Ηνωμένες Πολιτείες ακυρώθηκε. Παγκοσμίως λειτουργούν μόλις δύο τέτοιοι αντιδραστήρες, ενας στη Ρωσία και ενας στην Κίνα, ενώ οι πρώτες εμπορικές εφαρμογές στη Δύση τοποθετούνται χρονικά μετά απο την αρχή της επόμενης δεκαετίας.

Ένα από τα επιχειρήματα υπέρ των SMR, είναι η συμβολή τους στην  η ενεργειακή ανεξαρτησία. Αυτό ισχύει όμως μονο για τις χώρες που διαθέτουν δικη τους πυρηνική τεχνολογία. Οι αντιδραστήρες, η τεχνογνωσία λειτουργίας, η συντήρηση, τα κρίσιμα εξαρτήματα, το καύσιμο, η διαχείριση των αποβλήτων  και τελικός παροπλισμός, εντάσσονται σε διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού, που ελέγχονται από χώρες που μετριούνται στα δάκτυλα. Αντίστοιχα μικρός είναι ο αριθμός των χωρών που παράγουν ουράνιο, για την παρασκευή πυρηνικού καυσίμου, με τέσσερις χώρες  να εχουν  πάνω από τα τρία τέταρτα την παγκόσμια παραγωγή ουρανίου. Αλλωστε περίπου το 40% της παγκοσμιας δυναμικότητας παραγωγής πυρηνικού καυσίμου ελέγχεται από τη Ρωσία. Η πυρηνική ενέργεια σε μια χώρα σαν την Ελλάδα δεν αίρει τις εξαρτήσεις, απλά τις αναδιαμορφώνει.

Ή  πυρηνική βιομηχανία  κουβαλά ένα ιστορικό μεγάλων αποκλίσεων ανάμεσα στις αρχικές υποσχέσεις και στο τελικό αποτέλεσμα. Στην πιο πρόσφατη ειδική για την Πυρηνικη Ενέργεια έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΙΕΑ), αναφέρονται στοιχεία για πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, με παραδείγματα  στην Ευρώπη  που καθυστέρησαν για πάνω από δέκα χρόνια από την αρχική εκτίμηση και τελικό προϋπολογισμό διπλάσιο η τριπλάσιο του αρχικού. Άλλωστε σημαντικές καθυστερήσεις υπήρξαν και στους δυο λειτουργούντες SMR που αναφέρθηκαν παραπάνω .

Το πιο κρίσιμο ίσως στοιχείο είναι το κόστος ηλεκτροπαραγωγής. Πρόσφατες επιστημονικές δημοσιεύσεις έχουν τεκμηριώσει ότι οι  αβεβαιότητες στις εκτιμήσεις του σταθμισμένου κόστους για τους μικρούς αντιδραστήρες είναι τεράστιες, κατι που αυξάνει τη δυσπιστία στα αναφερόμενα ως αναμενόμενα κόστη. Τα μεγέθη εκτιμούνται ότι θα είναι μεγαλύτερα από αυτά των συμβατικών πυρηνικών σταθμών. Στην τελευταία Παγκόσμια Ενεργειακή Επισκόπηση του ΙΕΑ,  αποτυπώνεται πως το κόστος αυτο διαφέρει ανα χωρα, με την Ευρωπαικη Ενωση να εμφανίζεται με κόστος σχεδόν διπλάσιο αυτου της Κίνας. Παρουσιάζει δε ανοδική εξέλιξη, με στοιχεία να  δείχνουν αύξηση κόστους ηλεκτροπαραγωγής της πυρηνικής ενέργειας στις ΗΠΑ κατά περίπου 50% την περίοδο 2009-2025(τελευταία ετήσια έκδοση της Lazard).

Τα θέματα ασφάλειας έχουν ωριμάσει σημαντικά, δεν έχουν όμως εξαλειφθεί, ενώ οι περιβαλλοντικές επιδράσεις  μπορει να είναι σημαντικές. Για παράδειγμα, μελέτη ομάδας του πανεπιστημίου Χάρβαρντ που δημοσιεύτηκε στο Nature Communications προ διμήνου, αναφέρει το ευρημα πως οι κάτοικοι περιοχών κοντά σε πυρηνικούς αντιδραστήρες στις ΗΠΑ εμφανίζουν αυξημένα ποσοστά θνησιμότητας από καρκίνο.

Για την Ελλάδα, τίθεται το βασικό ερώτημα: υπάρχει σήμερα πραγματική ανάγκη για πυρηνική ηλεκτροπαραγωγή; Το ζήτημα έχει εξεταστεί εκτενώς στο παρελθόν και έχει απορριφθεί ενώ . ο ισχύων (2024) Εθνικός Ενεργειακός Σχεδιασμός δεν περιλαμβάνει την πυρηνική ενέργεια στα σενάρια πλήρους ανθρακοποίησης έως το 2050.

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) αναπτύσσονται ραγδαία στη χώρα, καθιστώντας την σε ορισμένες περιόδους ακόμη και εξαγωγέα ηλεκτρισμού. Ωστόσο, το βασικό πρόβλημα πλέον δεν είναι η έλλειψη παραγωγής ηλεκτρισμού, αλλά η αδυναμία να απορροφηθεί αυτός που μπορεί να παραχθεί, λόγω έλλειψης υποδομών αποθήκευσης (δεν λειτουργούν σταθμοί μπαταριών). Τον τελευταίο χρόνο απορρίφθηκαν ποσότητες ανανεώσιμου ηλεκτρισμού, σχεδόν ισόποσες με την ετήσια κατανάλωση του αγροτικού τομέα, ενώ φέτος η απώλεια εκτιμάται ότι θα αυξηθεί και ξεπεράσει την ετήσια κατανάλωση της Κρήτης.

Αυτή ακριβώς η αδυναμία καθιστά αναγκαία την άμεση ανάπτυξη σταθμών αποθήκευσης. Άλλωστε ο συνδυασμός ΑΠΕ με τεχνολογίες αποθήκευσης γίνεται  ολοένα και πιο ανταγωνιστικός, με εκτιμώμενα κόστη κατανεμόμενης ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ ήδη χαμηλότερα από εκείνα της πυρηνικής ενέργειας. Η αξιοποίηση ελεγχόμενων εγχώριων ΑΠΕ, όπως η γεωθερμία, δεν αποτελούν θεωρητική επιλογή, αλλά εφαρμόσιμη πολιτικη. Αν η χώρα απορρίπτει σήμερα μέρος της ανανεώσιμης παραγωγής της επειδή δεν μπορεί να τη χρησιμοποιήσει, τότε η λογική προτεραιότητα δεν είναι να σχεδιάζει τη χρήση πυρηνικών σταθμών.  Αντιθέτως, οφείλει να επικεντρωθεί σε λύσεις που είναι ώριμές και αντιμετωπίζουν άμεσα τις υφιστάμενες προκλήσεις.

Η πυρηνική ενέργεια δεν προσφέρεται για εύκολες βεβαιότητες η  άκριτο τεχνολογικό ενθουσιασμό. Η Ελλάδα οφείλει να παρακολουθεί και να μελετά τις εξελίξεις. Δεν έχει, όμως, λόγο να προβάλλει ως άμεση στρατηγική επιλογή μια τεχνολογία που ακόμη χαρακτηρίζεται από πολλές αβεβαιότητες, είναι  δαπανηρή και χρονικά απομακρυσμένη, οταν μάλιστα διαθέτει πιο ώριμες και άμεσα εφαρμόσιμες εναλλακτικές.

Κωστας Μαθιουδάκης
Καθηγητης ΕΜΠ,
Γενικός Γραμματέας Ενεργειας 2009-2015

 

ΣΗΜ:  μια σύντομη εκδοχή του παρόντος δημοσιεύθηκε στην 

s