Ταβουλαρέας: Αυτή είναι η συνταγή της ενεργειακής μετάβασης

Δεν είναι απίθανη μια νέα εκτίναξη των τιμών ενέργειας στην Ευρώπη και την Ελλάδα το επόμενο φθινόπωρο και χειμώνα, εκτιμά σε συνέντευξή του στο Euro2day.gr ο Στράτος Ταβουλαρέας, ενεργειακός Σύμβουλος και καθηγητής στο George Washington University.   

Ο καθηγητής, ο οποίος θα συμμετάσχει στο οικονομικό Φόρουμ των Δελφών που πραγματοποιείται 26-29 Απριλίου στους Δελφούς, υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα πρέπει να κινηθεί πολύ γρήγορα και να αξιοποιήσει τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων που έχει, καθώς και τα υδροηλεκτρικά και την διαχείριση της ζήτησης ενέργειας. Οπως υπογραμμίζει, πρέπει το συντομότερο να είμαστε σε θέση να ξέρουμε όχι μόνο την ποσότητα υδρογονανθράκων, αλλά και το κόστος εξόρυξης. «Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Η ενεργειακή κρίση του 2022 μας έδωσε 4-5 χρόνια ακόμη για να προγραμματίσουμε την ενεργειακή μετάβαση και είναι μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χάσουμε», προειδοποιεί. 

Ο κ. Ταβουλαρέας εκτιμά ότι το ηλεκτρικό ρεύμα θα είναι ακριβότερο για τα επόμενα 10-15 χρόνια (απ’ ότι ήταν πριν την ενεργειακή κρίση), κυρίως λόγω του ρόλου που παίζει το Φ/Α στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και δευτερευόντως λόγω της «πράσινης» μετάβασης’ μακροχρόνια, η τιμή του ηλεκτρισμού ωστόσο θα έχει πτωτική τάση.    

Εκτιμά δε ότι η διαχείριση της ενεργειακής ζήτησης θα προσφέρει πάρα πολλές ευκαιρίες, ενώ καταθέτει την εκτίμησή του για το ενεργειακό μείγμα που θα κυριαρχήσει τα επόμενα χρόνια.

Κύριε Ταβουλαρέα, ως ειδικός στην ενεργειακή ασφάλεια, πώς θεωρείτε ότι η Ελλάδα θα καταφέρει να πετύχει στο μέγιστο βαθμό την ενεργειακή της ανεξαρτησία;

Κατ’ αρχάς να διευκρινίσουμε ότι ενεργειακή ασφάλεια και ενεργειακή ανεξαρτησία είναι δυο διαφορετικοί στόχοι. Ενεργειακή ασφάλεια είναι ένας στόχος που πρέπει να έχει η κάθε χώρα, αλλά 100% ενεργειακή ανεξαρτησία δεν είναι πάντα απαραίτητη και συχνά δεν ενδείκνυται. Κάποιος βαθμός ανταλλαγής ενέργειας με τους γείτονες είναι ωφέλιμος και για μας και για τους γείτονες, όχι μόνο από πλευράς οικονομικής, αλλά επίσης από πλευράς ενεργειακής ασφάλειας.

Αν θα μου επιτρέψετέ λοιπόν, θα εστιάσω στην ενεργειακή ασφάλεια. Η Ελλάδα μπορεί κάλλιστα να εξασφαλίσει την ενεργειακή της ασφάλεια μετά το κλείσιμο των λιγνιτικών σταθμών. Εκτός των ανανεώσιμων μορφών ενέργειας, τα υδροηλεκτρικά, το φυσικό αέριο (σαν μεταβατικό καύσιμο) και η σωστή και έξυπνη διαχείριση της ζήτησης (εξοικονόμηση ενέργειας και “demand response”) είναι αρκετά για να εξασφαλίσουν την ενεργειακή μας ασφάλεια.

Αρχικά, περισσότερη έμφαση χρειάζεται στα υδροηλεκτρικά. Τα υπάρχοντα υδροηλεκτρικά πρέπει να επανεκτιμηθούν και να αναπροσαρμοστούν στις νέες ανάγκες του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας το οποίο χρειάζεται περισσότερο βοηθητικές υπηρεσίες (back-up reserves) και εγγυημένη ισχύ (ειδικά όταν η ζήτηση είναι αυξημένη και οι ανανεώσιμες μορφές ενέργειας δεν παράγουν αρκετά).

Οι αναπροσαρμογές αυτές έχουν πολύ χαμηλό κόστος. Επισης, υπάρχουν ακόμη ευκαιρίες για νέα υδροηλεκτρικά. Βέβαια οι περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις πρέπει να εκτιμηθούν και να αντιμετωπιστούν όπως πρέπει. Αλλά αν θέλουμε απολιγνιτοποιηση δεν μπορούμε να λέμε δογματικά «όχι» σε όλα τα υδροηλεκτρικά. Τέλος, οι αντλιοταμιευτές, (μεγάλου αλλά και μικρού μεγέθους) εγκατεστημένοι όχι μόνο στην ηπειρωτική Ελλάδα αλλά και στα νησιά, μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στο μέλλον. Είναι μια επιλογή η οποία πρέπει να εξεταστεί πιο αναλυτικά.

Για το φυσικό αέριο δεν θα πω πολλά, γιατί έχουν γραφεί και λέγονται καθημερινώς πολλά. Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι χρειαζόμαστε το φυσικό αέριο (και σαν χώρα και σαν παγκόσμια κοινότητα) για τα επόμενα 20-30 χρόνια, ίσως και περισσότερο. Η Ελλάδα πρέπει να κινηθεί πολύ γρήγορα (αλλά εύστοχα) να αξιοποιήσει τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων που έχει. Πρέπει το συντομότερο να είμαστε σε θέση να ξέρουμε όχι μόνο την ποσότητα υδρογονανθράκων, αλλά και το κόστος εξόρυξης. Με αυτά τα δεδομένα να προχωρήσουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται στην εκμετάλλευσή τους. Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Η ενεργειακή κρίση του 2022 μας έδωσε 4-5 χρόνια ακόμη για να προγραμματίσουμε την ενεργειακή μετάβαση και είναι μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χάσουμε. Τα επόμενα 4-5 χρόνια είναι κρίσιμα.

Τέλος, η διαχείριση της ζήτησης ενέργειας προσφέρει πάρα πολλές ευκαιρίες. Πολλά μπορούν να επιτευχθούν με την εξοικονόμηση ενέργειας. Μπορούμε να μειώσουμε την κατανάλωση ενέργειας χωρίς να συμβιβαστούμε σε χαμηλότερο επίπεδο ποιότητας ζωής. Η επανάσταση στο ενεργειακό σύστημα θα γίνει στο σύστημα χαμηλής τάσης με τη συμμετοχή του καταναλωτή, ο οποίος θα είναι και παραγωγός (prosumer). Τεχνολογίες όπως τα φωτοβολταικα στις στέγες, μπαταρίες, χρήση συνεχούς ρεύματος (DC), έξυπνα ρολόγια μέτρησης (smart meters), ίντερνετ και τεχνητή νοημοσύνη θα παίξουν σημαντικό ρόλο σ’αυτή την επανάσταση.

Επαναλαμβάνω λοιπόν ότι είμαι αισιόδοξος ότι θα μπορέσουμε να επιτύχουμε την ενεργειακή μετάβαση διατηρώντας την ενεργειακή μας ασφάλεια, αν κάνουμε τις σωστές κινήσεις έγκαιρα.

Είναι ορθή πρακτική η ευρωπαϊκή επιμονή στην απολιγνιτοποίηση, δεδομένων των προβλημάτων στην εφοδιαστική αλυσίδα αλλά και της «ομηρίας» της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο;

Φυσικά θα πρέπει να τονίσουμε ότι η Ε.Ε. έχει ανταποκριθεί στις πιέσεις από τις χώρες-μέλη να αναβάλλει την απόσυρση των λιγνιτικών μονάδων για λίγα χρόνια. Οπότε, εμφανίζεται κάπως ευέλικτη υπό την πίεση της πρόσφατης κρίσης, αλλά έχετε δίκιο ότι ευρύτερα, η Ε.Ε. επιμένει στο κλείσιμο των εν λόγω μονάδων. 

Οπως συνήθως, το νόμισμα έχει δυο πλευρές: Από τη μία, είναι δεδομένο ότι οι ανεπτυγμένες χώρες έχουν ευθύνη να αντιμετωπίσουν την κλιματική αλλαγή επειδή ιστορικά έχουν συμβάλλει περισσότερο στο πρόβλημα. Από την άλλη, η ΕΕ ευθύνεται μόλις για το 8% των παγκόσμιων εκπομπών καυσαερίων. 

Η ανησυχία μου, ως ευρωπαίος πολίτης, είναι ότι εάν οι άλλες χώρες (ιδίως οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ινδία) δεν ακολουθήσουν την ΕΕ στις κινήσεις περιορισμού των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης θα πληγεί (τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα).

Οι επιπτώσεις μπορεί να είναι καταστροφικές, καθώς τα οικονομικά προβλήματα θα συνοδεύονται από κοινωνική αναταραχή και πολιτική αστάθεια. Οπότε ευχή και ελπίδα μου είναι, οι ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για το κλίμα να συνοδευτούν από αντίστοιχες πρωτοβουλίες από τον υπόλοιπο ανεπτυγμένο κόσμο, την Κίνα και την Ινδία.  

Εάν συνεχιστούν οι πολεμικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία, θεωρείτε ότι η Ευρώπη κινδυνεύει με νέα εκτίναξη των ενεργειακών τιμών από το φθινόπωρο;

Ο χειμώνας που πέρασε απέδειξε ότι η Ευρώπη μπορεί να χειριστεί επιτυχώς τις επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία. Υπάρχουν όμως και άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν τη ζήτηση και προσφορά ενέργειας, και επομένως την τιμή της. Πλέον, ζούμε σε μια παγκόσμια αγορά που το τι συμβαίνει στην Λατινική Αμερική η την Ασία επηρεάζει την τιμή φυσικού αεριού και ηλεκτρισμού στην Ελλάδα!

Οπότε το συμπέρασμα μου είναι ότι η εκτίναξη των τιμών στην Ευρώπη (και στην Ελλάδα) το επόμενο φθινόπωρο και χειμώνα μάλλον θ ‘αποφευχθεί, αλλά δεν είναι απίθανη. Παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν την τιμή ενέργειας στη Ευρώπη είναι:

  1. Βαρύς χειμώνας, που σημαίνει μεγαλύτερη ζήτηση ενέργειας.Ο περασμένος χειμώνας ήταν από τους πιο ήπιους και βοήθησε πολύ την κατάσταση. Αλλά δεν είναι σίγουρο ότι ο επόμενος χειμώνας θα είναι το ίδιο ήπιος.
  2. Η παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη και ειδικά ο ρυθμός ανάπτυξης της Κίνας, Νότιας Κορέας και Ιαπωνίας: Αν οι οικονομίες αυτών των χωρών αναπτυχθούν αρκετά το 2023, θα χρειαστούν αυξημένες ποσότητες φυσικού αερίου, κάτι το οποίο θα ασκήσει ανοδική πίεση στις τιμές ενέργειας διεθνώς. Το 2022, η οικονομία της Κίνας δεν αναπτύχθηκε όπως στο παρελθόν και η ζήτηση υγροποιημένου φυσικού αερίου ήταν μειωμένη. Αυτό βοήθησε πολύ την Ευρώπη.
  3. Άλλα φαινόμενα μπορούν να επηρεάσουν τη ζήτηση Φ/Α και τις τιμές ενέργειας γενικά. Παραδείγματα:
  • Οι καιρικές συνθήκες μπορούν να μειώσουν τη παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές,με αποτέλεσμα την αύξηση της ζήτησης Φ/Α.
  • Μειωμένη παραγωγή ηλεκτρισμού από υδροηλεκτρικά. Για παράδειγμα, το 2022 είχαμε μειωμένη παραγωγή στα Βαλκάνια και την Βραζιλία. Αυτό σημαίνει αύξηση ζήτησης φυσικού αερίου διεθνως.
  • Απρόβλεπτοι παράγοντες:Για παράδειγμα, παραγωγή ηλεκτρισμού από τα πυρηνικά. Το 2022, οι μισοί πυρηνικοί σταθμοί της Γαλλίας ήταν εκτός λειτουργίας, είτε γιατί είχαν προγραμματισμένη συντήρηση είτε για κάποια βλάβη. Η δυνατότητα παραγωγής των πυρηνικών, ειδικά σε χώρες όπως η Γαλλία και η Ιαπωνία, μπορεί να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην διεθνή ενεργειακή αγορά.
  • Για αρκετούς μήνες το 2022-23, η τιμή του πετρελαίου(ανά θερμική μονάδα) ήταν χαμηλότερη του Φ/Α. Κάτι πρωτοφανές στα χρονικά! Αυτό ώθησε ορισμένες βιομηχανίες να χρησιμοποιούν πετρέλαιο αντί για Φ/Α. Αν η τιμή του πετρελαίου αυξηθεί (όπως συμβαίνει τις περασμένες μέρες), είναι πολύ εύκολο και πιθανό αυτές οι βιομηχανίες να επιστρέψουν στη χρήση του Φ/Α, αυξάνοντας τη ζήτηση του.

Συμπερασματικά λοιπόν: Ναι είναι πιθανόν να έχουμε σημαντική αύξηση των τιμών τον επόμενο χειμώνα. Πόσο πιθανόν είναι; Αυτό είναι κάτι που μόνο το ..Μαντείο των Δελφών μπορεί να μας πει!

Πιστεύετε ότι το κόστος της ενεργειακής «πράσινης» μετάβασης ευθύνεται εν μέρει για την εκτίναξη των ενεργειακών τιμών παγκοσμίως; Ένα «πράσινο» μέλλον εκτιμάται ότι θα συνοδεύεται και από πολύ υψηλότερες τιμές ενέργειας;

Η πράσινη ανάπτυξη μπορεί να έπαιξε κάποιο ρόλο αλλά σίγουρα ήταν δευτερεύουσας σημασίας. Ο βασικός παράγοντας ήταν η σχέση ζήτησης και προσφοράς Φ/Α καθώς και το ότι το Φ/Α καθορίζει τη τιμή ηλεκτρισμού στην αγορά ενεργείας.

Όσον αφορά το ρόλο της πράσινης ανάπτυξης, είναι δύσκολο να γενικεύσει κανείς και να απαντήσει ξεκάθαρα σε αυτή την ερώτηση. Το κάθε ενεργειακό σύστημα είναι διαφορετικό. Για παράδειγμα, χώρες όπως η Βραζιλία, η Νορβηγία, η Αλβανία και η Γεωργία, που έχουν μεγάλο ποσοστό ηλεκτρικής ενέργειας από υδροηλεκτρικά, μάλλον θα έχουν μειωμένες επιπτώσεις από τη πράσινη μετάβαση. Αυτό που βλέπω εγώ γενικά είναι ότι η τιμή ηλεκτρισμού βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα θα αυξηθεί, αλλά μακροπρόθεσμα θα μειωθεί.

Αυτό έχει να κάνει με πολλούς παράγοντες, οι σημαντικότεροι των οποίων είναι:

  • Στη μεταβατική περίοδο, το ενεργειακό σύστημα θα έχει περισσότερο εξοπλισμό απ’ότι χρειάζεται. Επισης μέρος του υπάρχοντος εξοπλισμού τελικά θα αποδειχθεί ότι δεν είναι χρήσιμος(stranded assets). Κάποιος θα επιβαρυνθεί γι' αυτο.
  • Αρχικά, οι καινούργιες τεχνολογίες έχουν υψηλό κόστοςκαι παίρνει αρκετά χρόνια να μειωθεί το κόστος τους και να γίνουν ποιο ανταγωνιστικές. Παραδείγματα από το παρελθόν είναι τα φωτοβολταϊκά, τα αιολικά και άλλες τεχνολογίες. Στο μέλλον, το ίδιο θα συμβεί με τις μπαταρίες, τις υπεράκτιες ανεμογεννήτριες, το υδρογόνο κ.τλ. Στη μεταβατική περίοδο όμως, το αυξημένο κόστος θα επηρεάσει τις τιμές ηλεκτρισμού.

Άρα, βλέπω μια ανοδική τάση στις τιμές ηλεκτρισμού τα επόμενα 10-15 χρόνια και μετα η τάση θα είναι πτωτική.

Ποιες ενεργειακές τεχνολογίες θεωρείτε ότι θα κυριαρχήσουν τα επόμενα χρόνια; Εκτιμάτε ότι το υδρογόνο θα δώσει λύσεις;

Γενικά αναμένεται να δούμε πολλές καινούργιες τεχνολογίες, μερικές εκ των οποίων τις ξέρουμε ήδη και άλλες που θα αναπτυχθούν στο μέλλον. Το υδρογόνο σίγουρα θα παίξει κάποιο ρόλο αλλά δεν είμαστε ακόμη σε θέση να προβλέψουμε αν θα είναι 5% ή 30% της ενεργειακής πίττας το 2050.

Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι ο ρόλος τεχνολογιών αποθήκευσης ενέργειας θα αυξάνεται. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι το ηλεκτρικό σύστημα για να λειτουργήσει με ασφάλεια και αποδοτικότητα χρειάζεται τρία διαφορετικά πράγματα

  1. Ενέργεια .
  2. Εγγυημένη ισχύ (“firm capacity”)’ και
  3.  Βοηθητικές υπηρεσίες (π.χ., εφεδρείες σε περίπτωση που συμβεί κάτι, υποστήριξη συχνότητας, άεργος ισχύς για υποστήριξη τάσης κ.τλ.)

Συγγνώμη γιατί μπαίνω σε λεπτομέρειες, αλλά είναι σημαντικές λεπτομέρειες. Κάποτε ο Einstein είπε ότι «πρέπει να προσπαθούμε να κάνουμε τα πάντα όσο πιο απλά γίνεται, αλλά όχι …απλουστέρα». Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ένα όριο στην απλοποίηση. Και απ’ ότι βλέπω (στον τύπο, τηλεόραση, ακόμη και επιστημονικά άρθρα), έχουμε ξεπεράσει αυτό το όριο. Όλοι μιλούν για την ενέργεια, αδιαφορώντας για την εγγυημένη ισχύ και τις βοηθητικές υπηρεσίες.

Στο παρελθόν, αυτή η έμφαση στην ενέργεια ήταν δικαιολογημένη, γιατί μεγάλο ποσοστό της ενέργειας προερχόταν από υδρογονάνθρακες, και η εγγυημένη ισχύς και οι βοηθητικές υπηρεσίες συνόδευαν την ενέργεια σαν πακέτο, μάλιστα χωρίς σημαντικό επιπρόσθετο κόστος.

Στο μέλλον, που το μεγάλο ποσοστό ενέργειας θα παράγεται από ανανεώσιμες μορφές, θα πρέπει να εξασφαλίσουμε την εγγυημένη ισχύ και τις βοηθητικές υπηρεσίες από άλλες πηγές, γιατί οι ανανεώσιμες δεν τις παρέχουν (τουλάχιστον σήμερα, στο μέλλον ίσως παρέχουν ορισμένες από τις βοηθητικές υπηρεσίες). Άρα η ζήτηση και η αξία τεχνολογιών που παρέχουν εγγυημένη ισχύ και τις βοηθητικές υπηρεσίες θα αυξάνεται, ειδικά οι τεχνολογίες αποθήκευσης ενέργειας.

Συνοψίζοντας, θα έλεγα ότι από τις τεχνολογίες που ξέρουμε σήμερα, ο συνδυασμός ανανεώσιμων μορφών ενέργειας, υδροηλεκτρικά (κυρίως αντλιοταμιευτες), άλλες τεχνολογίες αποθήκευσης ενέργειας, υδρογόνο και καλύτερη διαχείριση της ζήτησης ενέργειας είναι ο πιο πιθανός συνδυασμός για την πράσινη μετάβαση.

(του Γιώργου Φλώκα, euro2day.gr)

 

 

σ