Συνδυασμό αντλησιοταμιευτικών και μπαταριών για αποθήκευση ενέργειας προτείνει η μελέτη της ΡΑΕ - Οικονομικό όφελος για το σύστημα σε όλα τα σενάρια.

Απαραίτητη είναι η εγκατάσταση έργων αποθήκευσης ενέργειας στο ηλεκτρικό σύστημα της χώρας, προκειμένου να επιτευχθεί η περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ, ενώ ταυτόχρονα η αποθήκευση παρέχει οικονομικά οφέλη σε όλα τα πιθανά σενάρια.

Αυτό προκύπτει από τη μελέτη του ΕΜΠ με ορίζοντα το 2030 που έγινε για λογαριασμό της ΡΑΕ και παρουσιάστηκε σήμερα σε ηλεκτρονική ημερίδα που οργάνωσε η Αρχή.

Σύμφωνα με τη μελέτη, το βέλτιστο σχήμα για το ελληνικό σύστημα περιλαμβάνει συνδυασμό έργων αντλησιοταμίευσης και έργων αποθήκευσης με μπαταρίες, αξιοποιώντας τα ιδιαίτερα πλεονεκτήματα που έχει κάθε τεχνολογία.

Σύμφωνα με τη μελέτη, για τη συμμετοχή 60% ΑΠΕ στο μίγμα ηλεκτροπαραγωγής το 2030, όπως προβλέπει το ΕΣΕΚ, τα βέλτιστα οφέλη θα προκύψουν από συστήματα κεντρικής αποθήκευσης συνολικής ισχύος 1500-1750 μεγαβάτ. Από αυτά, τα 100-1250 μεγαβάτ θα πρέπει να αφορούν αντλησιοταμευτικά έργα και τα 500 μαγαβάτ μπαταρίες.

Τα συστήματα κεντρικής αποθήκευσης, όμως, θα είχαν βασικό ρόλο και στην περίπτωση μικρότερης διείσδυσης των ΑΠΕ έως το 2030. Έτσι, με το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών στο 50%, η καλύτερη λύση θα ήταν κεντρική αποθήκευση συνολικής ισχύος 750-1000 μεγαβάτ, με τα 250 μεγαβάτ από μπαταρίες.

Όπως ανέλυσε σχετικά ο καθηγητής ΕΜΠ, Σταύρος Παπαθανασίου, τα ερωτήματα στα οποία απαντάει η μελέτη είναι το "πόση αποθήκευση", "ποια αποθήκευση", το αν δικαιολογείται οικονομικά και "για πόσες ΑΠΕ;". Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μια μελέτη αγοράς, αλλά για εκτίμηση του κόστους και του οφέλους για το σύστημα συνολικά, όπως εξήγησε.

Ο ίδιος τόνισε ότι οι μπαταρίες στη Χαμηλή Τάση με τα σημερινά δεδομένα δεν μπορούν να προσφέρουν οφέλη συστήματος όπως οι κεντρικοί σταθμοί. Αυτός είναι και ο λόγος που η προσοχή επικεντρώνεται σε μεγάλες μονάδες των δεκάδων και εκατοντάδων μεγαβάτ, δηλαδή αντλησιοταμιευτικά και σταθμούς συσσωρευτών.

Η μελέτη υπολογίζει στο κάθε σενάριο το λειτουργικό όφελος συστήματος, το ετήσιο σταθερό κόστος των αποθηκευτικών σταθμών, τη διαφορά τους, την συμβολή στην επάρκεια ισχύος και το τελικό όφελος. Τα κύρια οφέλη που αποτιμώνται στη μελέτη έχουν να κάνουν με τη μείωση κόστους παραγωγής, την παροχή εφεδρειών και ευελιξίας, την ενσωμάτωση παραγωγής ΑΠΕ και τη συμβολή στην επάρκεια ισχύος του συστήματος.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο σενάριο βάσης, προβλέπονται 15.710 μεγαβάτ ΑΠΕ το 2030 με 7.500 μεγαβάτ μονάδων αερίου και μηδέν λιγνίτη, καθώς και 0-200 μεγαβάτ αποθήκευσης. Με αυτό το σενάριο γίνονται οι συγκρίσεις για να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με τα κόστη και τα οφέλη.

Ο κ. Παπαθανασίου ανέφερε ότι η αποθήκευση συμβάλει στην επάρκεια ισχύος, η συμβολή της όμως καθορίζεται και από την εγκατεστημένη χωρητικότητα, όχι μόνο από την ισχύ. Με βάση το ετήσιο κόστος ισοδύναμης ισχύος θερμικών μονάδων του χαμηλότερου κόστους, η αξία της συμβολής στην επάρκεια ισχύος υπολογίζεται σε 34.000 ευρώ ανά μεγαβατώρα ανά έτος.

Στις επιμέρους τεχνολογίες, σημειώθηκε ότι για παράδειγμα, 1.500 μεγαβάτ αντλησιοταμιευτικών με 9 ώρες χωρητικότητας μεταφράζονται σε ετήσιο όφελος 70 εκατ. ευρώ. Η τεχνολογία αυτή χαρακτηρίζεται ως κατάλληλη για υπηρεσίες έντασης ενέργειας, όπως είναι η μετάθεση της παραγωγής ΑΠΕ. Αντιθέτως, οι μπαταρίες είναι καλύτερες στην ένταση ισχύος, όπως η εφεδρεία ταχείας απόκρισης, ενώ χαρακτηρίζονται από διαρκή διαθεσιμότητα. Κατ΄ επέκταση, τα δύο αυτά είδη αποθήκευσης καλύπτουν διαφορετικές ανάγκες και έχουν διαφορετικά πλεονεκτήματα για το σύστημα.

Ο κ. Παπαθανασίου σημείωσε επίσης όσον αφορά την επίπτωση της αποθήκευσης στη μελλοντική ανάγκη περικοπών ΑΠΕ, ότι οι περικοπές αυτές προβλέπονται ήδη πολύ μειωμένες ακόμα και χωρίς νέα αποθήκευση. Με την είσοδό της πρακτικά εκμηδενίζονται.

Το κύριο συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι στο βασικό σενάριο το ενδεδειγμένο μέγεθος της αποθήκευσης είναι μια συνδυαστική λύση με μπαταρίες 500 μεγαβάτ και αντλησιοταμιευτικά 500-1500 μεγαβάτ. 

Στο σενάριο με ενισχυμένη διείσδυση φωτοβολταϊκών (στα 10,2 γιγαβάτ με διείσδυση ΑΠΕ 60%), τότε το βέλτιστο μέγεθος είναι 2.000 μεγαβάτ αποθήκευσης με 500-750 μεγαβάτ μπαταριών και τα υπόλοιπα αντλησιοταμιευτικά. Στην περίπτωση αυτή, το όφελος αυξάνεται κατά 46 εκατ. ευρώ.

Στο δε σενάριο χαμηλότερης διείσδυσης ΑΠΕ με 3 γιγαβάτ λιγότερα σε σχέση με ότι προβλέπει το ΕΣΕΚ (δηλαδή διείσδυση 50%), θα χρειαστούν 250 μεγαβάτ μπαταριών και 500-750 αντλησιοταμιευτκών.

Τέλος, ο κ. Παπαθανασίου ανέφερε ως επόμενα βήματα την εκπόνηση πλαισίου στήριξης των έργων αποθήκευσης, την πρόβλεψη της αποθήκευσης στο μόνιμο μηχανισμό ισχύος και το νέο πλαίσιο τιμολόγησης των υβριδικών έργων στα νησια.

Όπως είπε χαρακτηριστικά, παρά τα διαπιστωμένα οφέλη των επενδύσεων αποθήκευσης, η συμμετοχή στην αγορά δεν διασφαλίζει τη βιωσιμότητα των έργων. Επομένως, είναι αναγκαίο να δημιουργηθεί καθεστώς στήριξής τους, το οποίο μπορεί να εξασφαλιστεί με την ένταξή τους στον Μόνιμο Μηχανισμό Αποζημίωσης Επάρκειας Ισχύος.

 

 

 

15 Μαϊου 2020

energypress