Α. Μεταξάς: Το διακύβευμα της ριζικής αναδιάταξης της ελληνικής ενεργειακής αγοράς στις συμπληγάδες των δομικών της παθογενειών.

Ι. Η πρόκληση της εναρμόνισης 

    Το ευρωπαϊκό μοντέλο-στόχος («European Target Model») αποσκοπεί στην ενοποίηση των επιμέρους αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου των κρατών μελών της Ε.Ε. και τη δημιουργία μιας κατ΄ ουσίαν ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας. Η στρατηγική επιδίωξη που συνοδεύει αυτή την πρωτοβουλία συνίσταται στη ρυθμιστική εναρμόνιση των κανόνων λειτουργίας της ενεργειακής αγοράς εντός της Ε.Ε., στην εγκαθίδρυση συνθηκών ελεύθερου ανταγωνισμού σε όλες τις επιμέρους σχετικές αγορές (relevant markets), στη διασυνοριακή σύζευξη των ευρωπαϊκών αγορών αλλά και στην επίτευξη του μείζονος κομβικού στόχου της ασφάλειας εφοδιασμού (security of supply). 

Ο  τελολογικός προσανατολισμός του «Target Model» ανάγεται συνεπώς σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή στρατηγική επέκτασης και θεμελίωσης μιας κοινής ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς στον ενεργειακό τομέα, η οποία, σε συνδυασμό με το διασυνοριακό εμπόριο, θα επιτρέψει τη σταδιακή σύγκλιση των τιμών ενέργειας, την εξισορρόπηση προσφοράς και ζήτησης δια της σύζευξης των επιμέρους ευρωπαϊκών ενεργειακών αγορών (Market coupling), τη μείωση του ενεργειακού κόστους προς όφελος του τελικού καταναλωτή, αλλά και την τόνωση των επενδύσεων, καθότι, μέσω της παραγωγής ορθών οικονομικών σημάτων, δίδονται ευκαιρίες για τη χρηματοδότηση νέων επενδυτικών πρωτοβουλιών που ενισχύουν τις προοπτικές ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας (βλ. σχετικά τις επιμέρους εισηγήσεις σε: Metaxas A. (ed.), Financing the Energy Transition: Status and Future Challenges, Eurasia Publications, Athens, 2020).

Η σύζευξη των επιμέρους εθνικών αγορών σε μια ενιαία, κοινή, ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας – ως απώτερος στόχος της ευρωπαϊκής ενεργειακής στρατηγικής – θα επιτευχθεί δια της βελτιστοποίησης της χρήσης της διασυνοριακής χωρητικότητας μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, της κοινής μεθοδο-λογίας υπολογισμού της μεταφορικής ικανότητας και της διαχείρισης της συμφόρησης των ηλεκτρικών διασυνδέσεων, αλλά και της εύρυθμης, τρόπον τινά ρυθμιστικά «εναρμονισμένης» λειτουργίας των επιμέρους ευρωπαϊκών χονδρεμπορικών αγορών ενέργειας. Ήδη, τα περισσότερα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν εναρμονισθεί με τις κανονιστικές  απαιτήσεις του Τarget Μodel στο σχεδιασμό και στην παρακολούθηση των αγορών τους και σημαντικά Ευρωπαϊκά Χρηματιστήρια Ενέργειας (EPEX SPOT, GME, OMIE, OPCOM, OTE και TGE κλπ.) εφαρμόζουν μέσω του έργου PCR (Price Coupling of Regions) κοινό αλγόριθμο επίλυσης των προημερήσιων αγορών τους.

ΙΙ. Οι εγχώριες παθογένειες

Η υιοθέτηση του μοντέλου στόχου στην ελληνική ενεργειακή αγορά έλαβε πλέον και τυπικά χώρα τον Νοέμβριο του τρέχοντος έτους (2020). Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι αν τούτο, ήτοι απλώς η θέση σε εφαρμογή των σχετικών ρυθμίσεων, επαρκεί από μόνο του για τη θεραπεία των παιδικών ασθενειών της ελληνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Η απάντηση είναι πολυπαραγοντική, με αυτή δε τη διατύπωση μάλλον απαντάται αρνητικά, ιδίως αν η θέαση του ζητήματος είναι βραχυπρόθεσμη. Το Target Model δεν είναι πανάκεια, ούτε θαυματοποιό εργαλείο, ειδικώς αν η ρυθμιστική συλλογιστική, πάνω στην οποία δομείται, υιοθετείται επιλεκτικά. Επίσης - και τούτο συνιστά την πλέον βασική επισήμανση - δεν μπορεί μεμιάς να αναδιαμορφώσει τη δομή των επιμέρους σχετικών αγορών ούτε να τους προσδώσει ρευστότητα και «βάθος» αν δεν υφίσταται μάλιστα προς τούτο σαφής πολιτική και ρυθμιστική εγρήγορση και συνεχής εποπτεία. 

Για όσους έχουν στοιχειώδη επιστημονική εξειδίκευση στο γνωστικό αντικείμενο της ενεργειακής ρύθμισης, αλλά και γνώση των δομικών χαρακτηριστικών της εγχώριας αγοράς, τα όσα συμβαίνουν με την εκκίνηση της λειτουργίας του μοντέλου στόχου με την εκτόξευξη των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά δεν προκάλεσαν ιδιαίτερη έκπληξη. Η παρατηρηθείσα εικόνα στην αγορά εξισορρόπησης συνιστά κατ’ ουσίαν τη γλαφυρή αποτύπωση των παιδικών ασθενειών αλλά και της υφιστάμενης δομής της αγοράς, ως προαναφέραμε. Ασθενειών που βέβαια δεν είναι θεόσταλτες ούτε μοιραίες αλλά ανάγονται σε διαχρονικές «διευθετήσεις» και ρυθμιστικές ατολμίες. Απορεί κανείς μάλιστα με την «απορία» (;) και τον αιφνιδιασμό των ιθυνόντων για όσα συνέβησαν και συμβαίνουν μέχρι και σήμερα που γράφονται αυτές οι γραμμές: Μια ρηχή ολιγοπωλιακή αγορά, βρίθουσα διαχρονικών στρεβλώσεων, με περιορισμένη έως μηδαμινή ανάπτυξη, στην παρούσα φάση, λύσεων αποθήκευσης ενέργειας και έλλειψη σταθμών κεντρικής αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς όρια προσφορών στην αγορά εξισορρόπησης τεθέντα από την πρώτη μέρα λειτουργίας της και όχι κατόπιν εορτής, με μηχανισμούς αποτελεσματικής εποπτείας της στοιχειώδους συστοίχισης με τις αντίστοιχες προσφορές στην αγορά της επόμενης μέρας (Day Ahead Market), σχεδόν νομοτελειακά σε αυτές τις μείζονες αρρυθμίες θα οδηγείτο. Μία εκ των συνεπειών αυτής της εξέλιξης είναι οι αθρόες καταγγελίες συμβάσεων προμήθειας από μη καθετοποιημένους προμηθευτές για τους οποίους το διαμορφωνόμενο περιβάλλον με αυτά τα νέα δεδομένα της αγοράς δεν είναι βιώσιμο. Η ελπίδα που διατυπώνεται είναι, οι δέουσες διορθωτικές παρεμβάσεις να είναι άμεσες και επαρκείς, για να μην συνδεθεί μια όντως σημαντική και απαραίτητη ριζική αναδιάρθρωση της ελληνικής ενεργειακής αγοράς, όπως οφείλει να είναι η προσαρμογή στο Target Model, με αρνητικές συμπαραδηλώσεις και να καταστήσει εντονότερες, αντί να αναιρέσει, δομικές παθογένειες της εγχώριας αγοράς.

Σημαντική εξέλιξη το έτος που μας πέρασε ήταν, τέλος, και η δημοσίευση του Ν. 4759/2020 για τον «περιορισμό του ελλείμματος» του ΕΛΑΠΕ (Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 143 του ν. 4001/2011). Το εν λόγω νομοθέτημα προβλέπει, μεταξύ των άλλων, και την (εκ νέου) επιβολή έκτακτης εισφοράς σε υφιστάμενα έργα ΑΠΕ. Δίχως ωραιοποιήσεις και παρά τις κατά καιρούς ορολογικές λειάνσεις αλλά και τους εναλλασσόμενους νομοτυπολογικούς τρόπους, που υιοθετεί ο νομοθέτης για να περιενδύσει λεκτικά δικαιοκρατικά έκθετες αναδρομικές παρεμβάσεις στο σύστημα «εγγυημένων» τιμών, οφείλει κανείς να επισημάνει ότι πρόκειται για μια ακόμη νομοθετικά επιβαλλόμενη αναδρομική μείωση του «εγγυημένου» εσόδου των παραγωγών ΑΠΕ. Ο επιστημονικά υπεύθυνος επιστημονικός λόγος, τουλάχιστον από την πλευρά της νομικής επιστήμης, η οποία οφείλει να δομεί τις αποτιμήσεις της με προσήλωση σε βασικές δικαιοκρατικές αρχές, δεν μπορεί παρά να διατυπώνει τον προβληματισμό του για τέτοιες πρακτικές που υπονομεύουν την ασφάλεια δικαίου όχι μόνο έναντι των επενδυτών στον τομέα των ΑΠΕ αλλά και έναντι όλων των ενεργειακών παικτών σε όποια σχετική αγορά και αν δραστηριοποιούνται. Οι μόνιμες επικλήσεις «έκτακτων αναγκών» δεν είναι επιστημονικά πειστικές αλλά και αποπροσανατολιστικές εν σχέσει με τις αναγκαίες διαρθρωτικές δομήσεις που είναι πλέον απαραίτητες στην παρούσα κρίσιμη συγκυρία.  

- Ο Αντώνης Μεταξάς είναι καθηγητής

(To άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για τις προοπτικές του 2021)

 

 

24 Δεκεμβρίου 2020

energypress