Η γεωπολιτική διάσταση της ανάπτυξης των ΑΠΕ στο χώρο του Αιγαίου

Είναι γνωστό στους παροικούντες την ενεργειακή Ιερουσαλήμ πως η επίτευξη των φιλόδοξων στόχων που έχει θεσπίσει η Ε.Ε και έχει υιοθετήσει η χώρα μας αποτελεί τη μεγάλη πρόκληση της δεκαετίας 2020-2030. Πράγματι, η προσπάθεια για την επίτευξη του 32% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές έως το 2030 αναμένεται να δώσει κίνητρα και ώθηση για την περαιτέρω ανάπτυξη των σχετικών τεχνολογιών, τη μείωση του κόστους τους και την επέκταση της διείσδυσής τους. Ειδικά στο χώρο της Αιολικής Ενέργειας, η Ελλάδα σύμφωνα με τα τελευταία δημοσιευμένα στοιχεία  [1] γνώρισε την τελευταία δεκαετία αξιοσημείωτη ανάπτυξη χωρίς όμως να επιτευχθεί ο στόχος που είχε τεθεί.

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ανάπτυξης αυτής υπήρξε η ετεροβαρής γεωγραφική διασπορά της.  Όπως φαίνεται και στο σχετικό χάρτη, ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στις Περιοχές Αιολικής Προτεραιότητας του Διασυνδεδεμένου Συστήματος, οι οποίες άλλωστε χαρακτηρίζονται από το πλέον παραγωγικό Αιολικό Δυναμικό. Στον αντίποδα περιοχές όπως η Ήπειρος, η Θεσσαλία και η Δυτική Μακεδονία δεν γνώρισαν ισόρροπη επενδυτική δραστηριότητα.

κ
Εγκατεστημένη Αιολική Ισχύς ανά περιφέρεια

Είναι όμως εξαιρετικά ενδιαφέρον να σημειωθεί πως μία από τις πλέον προσφερόμενες για Αιολικές εγκαταστάσεις από άποψη Αιολικού Δυναμικού περιοχές της Ελλάδας, βρίσκεται σε ένα καθεστώς ιδιότυπης απομόνωσης: ο χώρος του Αιγαίου. Ο κυριότερος λόγος για τη πραγματικότητα αυτή δεν είναι άλλος από την έλλειψη ηλεκτρικής διασύνδεσης των περισσότερων νησιών του Αιγαίου με το Διασυνδεδεμένο Σύστημα. Οι πρόσφατες διεργασίες για την ηλεκτρική διασύνδεση της Κρήτης αλλά και των Κυκλάδων αναμένεται να δώσουν το έναυσμα για την υλοποίηση Αιολικών Εγκαταστάσεων που είχαν παγώσει με το αιτιολογικό της μη ύπαρξης ηλεκτρικού χώρου αλλά και του αυξημένου επενδυτικού ρίσκου το οποίο συνδέεται με την υλοποίηση έργων ΑΠΕ στο μη Διασυνδεδεμένο Σύστημα.

Εκτός όμως από την καθαρά τεχνοοικονομική διάσταση του ζητήματος της εγκατάστασης Ανεμογεννητριών στα νησιά, αντίστοιχης-αν όχι μεγαλύτερης- είναι η γεωπολιτική σημασία  αυτής, ιδιαιτέρως όταν λαμβάνει χώρα σε βραχονησίδες, ακατοίκητα νησιά και σε θαλάσσια οικόπεδα (offshore). Στη συνέχεια θα αναλυθεί ο τρόπος με τον οποίο η ανάπτυξη Αιολικών Πάρκων μπορεί να προωθήσει τα Ελληνικά συμφέροντα στον ζωτικής σημασίας χώρο του Αιγαίου και πως μπορεί η ανάπτυξη αυτή να συμβάλλει στην ανάσχεση των τουρκικών επιδιώξεων που απειλούν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας.

ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα

Η ΑΟΖ και η υφαλοκρηπίδα αποτελούν ίσως τους πλέον γνωστούς αλλά ταυτόχρονα και τους περισσότερο ασαφείς προς το μέσο αναγνώστη όρους όταν γίνεται αναφορά στις ελληνοτουρκικές διαφορές. Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση του τρόπου συνεισφοράς των ΑΠΕ στην προώθηση των εθνικών συμφερόντων, είναι απαραίτητο να αναφερθούμε στις ομοιότητες, τις διαφορές και τις ιδιαιτερότητες των δύο αυτών όρων.

Η υφαλοκρηπίδα είναι γεωλογικός όρος. Αποτελεί το τμήμα του βυθού και του υπεδάφους της θάλασσας που εκτείνεται πέρα από τα χωρικά ύδατα και το οποίο αποτελεί ομαλή προέκταση της ακτής κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, έως το σημείο που αυτή διακόπτεται απότομα με μεγάλη κλίση. Σύμφωνα με το Άρθρο 76.1 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS 1982), η υφαλοκρηπίδα εκτείνεται σε απόσταση 200 ναυτικών μιλίων από τις γραμμές βάσης από τις οποίες μετρώνται τα χωρικά ύδατα. Εντός της υφαλοκρηπίδας το παράκτιο κράτος δεν έχει πλήρη κυριαρχία αλλά ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα, τα οποία αφορούν αποκλειστικώς α) στην εξερεύνηση της υφαλοκρηπίδας και β) στην εκμετάλλευση των φυσικών πόρων αυτής [2].

Στην περίπτωση του Αιγαίου όπου οι αποστάσεις μεταξύ των Ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και των ακτών της Μικράς Ασίας είναι πολύ μικρές, η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας σύμφωνα με την Ελληνική ερμηνεία αλλά και τη διεθνή νομολογία [3] πραγματοποιείται με βάση την αρχή της ίσης αποστάσης μεταξύ των (median line/equidistance). H διαφορά με την Τουρκία έγκειται στο οτι η τελευταία δεν αναγνωρίζει στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου υφαλοκρηπίδα αλλά ισχυρίζεται πως ο βυθός που τα περιβάλλει αποτελεί τη φυσική προέκταση της Ανατολίας και συνεπώς οι υφαλοκρηπίδες των δύο κρατών συναντώνται στη μέση του Αιγαίου επί του 25ου Μεσημβρινού.  Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας με την Τουρκία είναι η μοναδική διαφορά στο Αιγαίο την οποία αποδέχεται η Ελλάδα και την οποία είναι διατεθειμένη να θέσει στην κρίση διεθνούς διαιτησίας. [4]

Σε αντιδιαστολή με την υφαλοκρηπίδα, η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) δεν αποτελεί γεωλογικό ορισμό αλλά είναι νομικό κατασκεύασμα. Η ΑΟΖ ενός παράκτιου κράτους εκτείνεται έως 200 ναυτικά μίλια από τις ακτές αλλά σε αντίθεση με την υφαλοκρηπίδα δεν περιλαμβάνει μόνο το βυθό και το υπέδαφος, αλλά και τους φυσικούς πόρους των υπερκείμενων του βυθού υδάτων καθώς και την οικονομική εξερεύνηση, εκμετάλλευση και προστασία. Όπως γίνεται αντιληπτό, η ΑΟΖ εμπερικλείει την  έννοια της υφαλοκρηπίδας, ή με άλλα λόγια η υφαλοκρηπίδα αποτελεί εν πολλοίς υποσύνολο της ΑΟΖ.

Είναι εξαιρετικά χρήσιμο να σημειώσουμε τις ουσιώδεις διαφορές των δύο αυτών όρων: [5]

  1. Η ΑΟΖ περιλαμβάνει το βυθό, το υπέδαφος και τα υπερκείμενα ύδατα (water column). Η υφαλοκρηπίδα περιλαμβάνει μόνο το βυθό και το υπέδαφος.

  2. Τα δικαιώματα και οι δικαιοδοσίες ενός κράτους επί της ΑΟΖ αποκτώνται μόνο όταν το κράτος κυρήξει ρητώς τη συγκεκριμένη θαλάσσια ζώνη. Αντιθέτως, τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους στην υφαλοκρηπίδα δεν εξαρτώνται από την πραγματική ή ιδεατή κατοχή ή από οποιαδήποτε ρητή διακήρυξη και υπάρχουν εξ υπαρχής (ab initio) και αυτοδικαίως (ipso facto).

  3. H AOZ περιλαμβάνει και την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών αλλά και την προστασία και τον περιβαλλοντικό έλεγχο των πηγών αυτών, καθώς και την επιστημονική έρευνα. Η υφαλοκρηπίδα αναφέρεται αποκλειστικώς στην οικονομική εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών του βυθού και του υπεδάφους.

  4. Η έννοια της ΑΟΖ είναι αποκλειστικά νομικός θεσμός, χωρίς σχέση με οποιοδήποτε φυσικό γεγονός της θαλάσσιας περιοχής στην οποία συντελείται η ανάπτυξή της, σε αντίθεση με την υφαλοκρηπίδα που εκτός από νομικό αποτελεί και γεωλογικό ορισμό.

Ο παρακάτω χάρτης απεικονίζει τη μέγιστη εν δυνάμει οριοθέτηση της Ελληνικής ΑΟΖ με βάση τη Σύμβαση των Η.Ε. για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS)

σ
Μέγιστη εν δυνάμει οριοθέτηση της Ελληνικής ΑΟΖ

Είναι σαφές πως η πρόβλεψη της ΑΟΖ δεν επιτρέπει στην Τουρκία να χρησιμοποιήσει το ίδιο επιχείρημα που προβάλλει για την υφαλοκρηπίδα, ότι τα Ελληνικά νησιά επικάθονται επί της φυσικής προεκτάσεως της χερσονήσου της Ανατολίας. Γι αυτό το λόγο εξάλλου η Τουρκία υπήρξε ένα από τα ελάχιστα κράτη παγκοσμίως που δεν υπέγραψαν τη Συνθήκη για το Δίκαιο της Θάλασσας, καθώς η ύπαρξη νησιών έτερου κράτους έμπροσθεν των παραλίων τους περιορίζει σημαντικά την έκταση της ΑΟΖ που δικαιούνται.

Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί πως με βάση το Άρθρο 121 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, τα νησιά διαθέτουν όλες τις θαλάσσιες ζώνες περιλαμβανομένων των ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Εξαιρούνται οι βραχονησίδες οι οποίες δεν έχουν δική τους οικονομική ζωή. Σε αυτές αποδίδεται μόνο αιγιαλίτιδα ζώνη (χωρικά ύδατα). Η επισήμανση αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική, καθώς η ανάπτυξη οικονομικής δραστηριότητας επί βραχονησίδας δύναται να επιφέρει απόδοση στο παράκτιο κράτος Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης με όλα τα σχετικά δικαιώματα επί αυτής.

π
Ορισμοί Θαλασσίων Ζωνών

Χωρικά ύδατα

Τα χωρικά ύδατα αποτελούν την επέκταση του εθνικού εδάφους ενός κράτους στη θάλασσα, εντός των οποίων το κράτος ασκεί πλήρη κυριαρχία. Αυτή τη στιγμή, η Ελλάδα έχει εύρος χωρικών υδάτων 6 ναυτικών μιλίων από τη φυσική ακτογραμμή, εκτός των περιπτώσεων όπου η απόσταση της ελληνικής ακτής από την τουρκική είναι μικρότερη των 6 ν.μ. οπότε τα χωρικά ύδατα προσδιορίζονται από τη μέση γραμμή.

Σύμφωνα με τη συνθήκη της Λωζάννης (1923) η Τουρκία έχει παραιτηθεί αμετακλήτως από την κυριαρχία νήσων που ευρίσκονται πέραν των 3 ναυτικών μιλίων από τις ακτές της Μικράς Ασίας, η κυριότητα των οποίων περιήλθε στην Ελλάδα. Ειδικά για τα Δωδεκάνησα ισχύει η συμφωνία της 04/01/1932 και το πρωτόκολλο της 28/12/1932 μεταξύ Τουρκίας και Ιταλίας. Η Ελλάδα θεωρείται διάδοχο κράτος της Ιταλίας στη συμφωνία αυτή με βάση τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων της 10/02/1947 με την οποία τα Δωδεκάνησα παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα.

Το Άρθρο 3 της Σύμβασης των Η.Ε. για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) προσδίδει το δικαίωμα στην Ελλάδα να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα έως τα 12 ναυτικά μίλια από την ακτογραμμή της. Μια τέτοια επέκταση θα αύξανε σημαντικά το ποσοστό του Αιγαιακού χώρου υπό την πλήρη κυριαρχία της Ελλάδας, όπως φαίνεται στον παρακάτω χάρτη

μ
Τα ελληνικά χωρικά ύδατα στα 6 και 12 ν.μ

Όπως γίνεται αντιληπτό, μια τέτοια επέκταση θέτει τη συζήτηση για την εκμετάλλευση υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ σε άλλη βάση, καθώς το Αιγαίο καθίσταται επί της ουσίας ελληνική λίμνη.  Η περιοχή της υφαλοκρηπίδας που θα απομείνει να διεκδικείται θα περιοριστεί στο 5% του Αιγαίου, με τη διαφορά να καθίσταται άνευ σημασίας [7].

Η Ελλάδα έως σήμερα υπό την απειλή πολέμου δεν έχει προχωρήσει στην άσκηση του δικαιώματος αυτού, επιφυλασσόμενη να το πράξει σε χρόνο και με τρόπο που αυτή θα επιλέξει. Πρόσφατα, ο απελθόντας Υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς προανήγγειλε την αύξηση των χωρικών υδάτων στο Ιόνιο, συναντώντας την έντονη αντίδραση από πλευράς Τουρκίας [8].

ΑΠΕ και εθνικά συμφέροντα: μια εναλλακτική προσέγγιση

Είναι σαφές από τα παραπάνω πως το περιπεπλεγμένο κουβάρι των Ελληνοτουρκικών διαφορών καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών του Αιγαίου, τόσο των εμφανών και αποδεδειγμένων (άνεμος, θαλάσσια ρεύματα-κύματα, αλιεία) όσο και των εν δυνάμει (υδρογονάνθρακες). Η δυσχερής οικονομική κατάσταση την οποία βιώνει η Ελλάδα συνεπεία της οικονομικής κρίσης, καθώς και ο διαρκώς επιδεινούμενος συσχετισμός στρατιωτικών δυνάμεων μεταξύ των δύο κρατών καθιστά με το πέρασμα του χρόνου όλο και πιο δύσκολη την άσκηση για τα Ελληνικά συμφέροντα, ενώ η αδράνεια και η διστακτικότητα που διαχρονικά εκδηλώνει η Ελλάδα ενθαρρύνει την απέναντι πλευρά να εντείνει τις διεκδικήσεις της.

Προφανώς η ελληνική αντίδραση απέναντι στις προκλήσεις πρέπει να είναι νηφάλια και διαπνεόμενη από μακρόπνοο στρατηγικό σχεδιασμό, χαρακτηριστικά όμως που δε θα ήταν εσφαλμένο να ισχυριστεί κανείς ότι η Ελλάδα σπανίως διέθετε. Υπάρχουν όμως κινήσεις στις οποίες η Ελλάδα δύναται να προβεί οι οποίες μπορούν να συμβάλλουν θετικά στην αντιμετώπιση της κατάστασης όπως έχει διαμορφωθεί.

Βραχονησίδες και ακατοίκητα νησιά

Η Ελλάδα διαθέτει μια πληθώρα βραχονησίδων και ακατοίκητων νήσων στο Αιγαίο τα οποία βάσει της Σύμβασης για το Δίκαιο Της Θάλασσας δεν διαθέτουν δικαίωμα σε ΑΟΖ. Η στρατηγική ανάπτυξη οικονομικής δραστηριότητας μέσω της τοποθέτησης Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας επί αυτών αποτελεί έναν τρόπο ενίσχυσης των Ελληνικών θέσεων όταν έρθει η στιγμή της ανακήρυξης της ΑΟΖ, ενώ ταυτόχρονα η άσκηση εθνικής κυριαρχίας ακυρώνει de facto τους τουρκικούς ισχυρισμούς περί ύπαρξης «γκρίζων ζωνών» και απροσδιορίστου κυριαρχίας νήσων. Παράλληλα στα πλαίσια της δέσμευσης της Ελλάδας από τους Ευρωπαϊκούς Στόχους περί αύξησης της συμμετοχής των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα, αλλά και έχοντας τη σταθερή ευρωπαϊκή στήριξη για τον τερματισμό της ενεργειακής απομόνωσης των νησιών  και την τροφοδότησή τους από ΑΠΕ (Clean Energy for EU islands Initiative) [9], καθίσταται σαφές πως η κίνηση αυτή μπορεί να υποστηριχτεί από την Ε.Ε. θέτοντας ταυτόχρονα την Τουρκία σε τροχιά ευθείας σύγκρουσης μαζί της σε περίπτωση αντιδράσεων.

Είναι σημαντικό βεβαίως να αναφερθεί πως το ισχύον καθεστώς περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων ΑΠΕ περιλαμβάνει σημαντικούς περιορισμούς στη χωροθέτηση Αιολικών Πάρκων σε περιοχές του δικτύου Natura. Όπως φαίνεται στον ακόλουθο χάρτη, η μεγάλη πλειοψηφία των νησιών, νησίδων και βραχονησίδων του Αιγαίου εμπίπτουν στον δίκτυο αυτό. Εφόσον η Ελλάδα αποφασίσει πως το στρατηγικό της συμφέρον επιβάλλει την οικονομική αξιοποίηση των βραχονησίδων, η επανεξέταση των απαγορεύσεων του περιβαλλοντικού πλαισίου αδειοδότησης ανάλογα με την περίπτωση για τις διάφορες μορφές ΑΠΕ είναι αναγκαία για την επίτευξη των στόχων της.

δ
Δίκτυο περιοχών Natura

Παράλληλα, εξίσου σημαντική παράμετρος για την αξιοποίηση των βραχονησίδων αποτελεί η υλοποίηση ηλεκτρικών διασυνδέσεων των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου με το Διασυνδεδεμένο Σύστημα. Ήδη η ΡΑΕ έχει μελετήσει την ηλεκτρική διασύνδεση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων [11] με πολλαπλά οφέλη για την οικονομία και τους καταναλωτές. Η δρομολόγηση των έργων αυτών θα δημιουργήσει τον απαραίτητο ηλεκτρικό χώρο και ταυτόχρονα θα διασφαλίσει την απρόσκοπτη έγχυση ενέργειας των Αιολικών Σταθμών στο δίκτυο, στοιχείο απαραίτητο για το bankability των επενδύσεων.   

Φυσικά η κίνηση αυτή θα πρέπει να συνοδευτεί από τα κατάλληλα οικονομικά κίνητρα για τους επίδοξους επενδυτές. Η εξασφάλιση ελκυστικών τιμών έγχυσης ενέργειας καθώς και η εύρεση τρόπων χρηματοδότησης μιας τόσο απαιτητικής επένδυσης θα χρειαστεί τη στήριξη Ευρωπαϊκών και άλλων Διεθνών Χρηματοπιστωτικών Οργανισμών που θα εξασφαλίσουν στους επενδυτές τις συνθήκες που θα επιτρέψουν την ανάληψη ενός επενδυτικού ρίσκου συγκριτικά μεγαλύτερου από μια τυποποιημένη αιολική εγκατάσταση στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Καθώς όμως ο αριθμός των βραχονησίδων ή/και ακατοίκητων νήσων που προσφέρονται για ανάπτυξη ΑΠΕ είναι συγκεκριμένος, ένας τομέας που, αν και βρίσκεται σε εμβρυικό ακόμα στάδιο στην Ελληνική αγορά, μπορεί να αποδώσει γεωπολιτικά προστιθέμενη αξία είναι τα θαλάσσια (offshore) Αιολικά Πάρκα

Θαλάσσια Αιολικά Πάρκα

Τα θαλάσσια (offshore) Αιολικά Πάρκα είναι μια τεχνολογία δοκιμασμένη στη Βόρεια Θάλασσα, η οποία μπορεί να προσδώσει πολύ ενδιαφέρουσες προεκτάσεις στα εθνικά συμφέροντα. Πριν αναλυθεί η σημασία τους για την εθνική στρατηγική, θα πρέπει να γίνει αναφορά στις δύο κατηγορίες αυτών: Τα επιπλέοντα (floating) και τα σταθερού θεμελίου (fixed-bottom).

Οι ανεμογεννήτριες σταθερού θεμελίου, σύμφωνα και με τον ορισμό τους, θεμελιώνονται στον πυθμένα της θάλασσας σε αντίθεση με τις επιπλέουσες ανεμογεννήτριες οι οποίες είναι σχεδιασμένες να συγκρατούνται στη θέση τους μέσω σταθερών σημείων πρόσδεσης (αγκύρων). Είναι λοιπόν σαφές πως, οι ΑΓ σταθερού θεμελίου πακτώνονται επί της υφαλοκρηπίδας, ενώ οι επιπλέουσες ευρίσκονται επί της θαλάσσιας στήλης (water column) που υπέρκειται αυτής.

Η διαφορά αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική: Καθώς η Ελλάδα δεν έχει οριοθετήσει την υφαλοκρηπίδα της με την Τουρκία, η εγκατάσταση Ανεμογεννητριών σταθερού θεμελίου καθίσταται προβληματική. Το Άρθρο 87 της σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας όμως προσδιορίζει τις ελευθερίες των παράκτιων κρατών στα διεθνή ύδατα [12]: το δικαίωμα της πλοήγησης (navigation) , της υπέρπτησης (overflight), της πόντισης υποβρυχίων καλωδίων και αγωγών (laying of submarine cables and pipes), της κατασκευής τεχνητών νήσων και λοιπών εγκαταστάσεων (artificial islands and other installations), της αλιείας (fishing) και της επιστημονικής έρευνας (scientific research). Δεδομένης της έως σήμερα μη ανακήρυξης ΑΟΖ από την Ελλάδα, οι θαλάσσιες ζώνες που βρίσκονται πέραν των 6 ν.μ. από την ακτογραμμή της θεωρούνται διεθνή ύδατα (high seas).

Η Ελλάδα δύναται λοιπόν να εξετάσει το ενδεχόμενο εγκατάστασης floating Ανεμογεννητριών (εμπίπτουσες στην κατηγορία των «άλλων εγκαταστάσεων» ) και σύνδεσής τους με το νησιωτικό ή ηπειρωτικό δίκτυο, χωρίς να προηγηθεί ανακήρυξη ΑΟΖ. Φυσικά, το ίδιο δικαίωμα διαθέτει και οποιοδήποτε άλλο παράκτιο κράτος, πλην όμως στην περίπτωση της Ελλάδας η ενεργειακή απομόνωση των νήσων της και η ανάγκη για κάλυψη των στόχων διείσδυσης ΑΠΕ που έχουν τεθεί καθιστά μια τέτοια κίνηση αιτιολογημένη.

Από την άλλη, η ύπαρξη πολλών ελληνικών νήσων απέναντι από τα μικρασιατικά παράλια αποκόπτει σε πολλά σημεία την συνέχεια τουρκικών υδάτων –διεθνών υδάτων, καθιστώντας πιο δύσκολη και οικονομικά προβληματική αντίστοιχη τουρκική απόπειρα. Το επιζητούμενο για την Ελλάδα σε αυτή την περίπτωση είναι η εγγραφή μελλοντικής υποθήκης για την ανακήρυξη της ΑΟΖ και η δημιουργία τετελεσμένου το οποίο θα προσδώσει μόχλευση (leverage) στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ή στη δικαστική αίθουσα, αν ποτέ χρειαστεί.

Είναι φυσικά αφελές να εκτιμήσει κανείς πως οι κινήσεις αυτές από πλευράς Ελλάδας θα περάσουν απαρατήρητες από την απέναντι πλευρά. Η αντίδραση της Τουρκίας είναι αναμενόμενη, όπως αναμενόμενη ήταν και στην προσπάθεια της Κυπριακής Δημοκρατίας να εξερευνήσει τον υποθαλάσσιο πλούτο της δικής της ΑΟΖ. Αυτό δε σημαίνει όμως πως δεν είναι διαχειρίσιμη. Η Ελλάδα μπορεί να κινηθεί με τρόπους που θα εξισορροπήσουν πιθανές αντιδράσεις:

  • Προσεκτική επιλογή των νήσων που θα προκριθούν για οικονομική αξιοποίηση. Η Τουρκία έχει απλώσει το σεντόνι των αμφισβητήσεων της σε περιοχές που βρίσκονται πολύ μακριά των παραλίων της και φτάνουν μέχρι και τη Γαύδο. Η εγκατάσταση Ανεμογεννητριών σε βραχονησίδες το καθεστώς κυριαρχίας των οποίων η ίδια δεν αποδέχεται πλην όμως ευρίσκονται πολύ μακριά της, δεν αυξάνει σημαντικά την ένταση και αποτελεί έμπρακτη αμφισβήτηση των ισχυρισμών της.
  • Ανάπτυξη υπεράκτιων Αιολικών Πάρκων σε θαλάσσια τεμάχια ανατολικά του 25ου Μεσημβρινού, σε περιοχές με πυκνότητα ελληνικών νήσων ( π.χ Κυκλάδες), ευρισκόμενα σε διεθνή ύδατα μεταξύ 6 και 12 ν.μ από την ακτογραμμή. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνονται πολλαπλές στοχεύσεις: α) de facto υπονόμευση της τουρκικής αξίωσης για επιρροή στο Αιγαίο ανατολικά του 25ου Μεσημβρινού β) εγγραφή μελλοντικής υποθήκης για την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ και την απόδοση της μεγαλύτερης δυνατής ΑΟΖ γ) εξασφάλιση ενεργειακής απορρόφησης μεγάλης ποσότητας ενέργειας μέσω των υφιστάμενων και μελλοντικών ηλεκτρικών διασυνδέσεων και του σημαντικού Αιολικού Δυναμικού.
  • Εμπλοκή μεγάλων ευρωπαϊκών και διεθνών ομίλων στην κατασκευή και λειτουργία των Αιολικών Πάρκων, τόσο κατά την κατασκευή όσο και κατά τη λειτουργία μέσω συμπράξεων με ελληνικές εταιρείες. Η δημιουργία σύγκλισης συμφερόντων, όπως φάνηκε και στο παράδειγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά.

Επίμετρο

Το Αιγαίο Πέλαγος αποτελούσε ανέκαθεν για την Ελλάδα τον πλέον ζωτικό χώρο για την εξασφάλιση της ευημερίας αλλά και αυτής ακόμα της ύπαρξής της ως κρατική οντότητα. Ο έλεγχος του λοιπόν αποτελεί το μέγιστο στρατηγικό διακύβευμα, ειδικά σήμερα όπου η δεινή οικονομική κατάσταση τείνει να ανατρέψει τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην ευαίσθητη αυτή περιοχή. Η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιήσει οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο διαθέτει για την εξασφάλιση της συνέχειας της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο, και οι ΑΠΕ μπορούν να προσδώσουν σημαντική προστιθέμενη αξία στην προσπάθεια αυτή.

Αναφορές:

  1. Η στατιστική της Αιολικής Ενέργειας τον Ιούνιο 2018, ΕΛΕΤΑΕΝ,

http://eletaen.gr/hwea-wind-statistics/

  1. «Ελληνοτουρκικές σχέσεις», Εκδόσεις Πατάκη, Άγγελος Συρίγος, κεφ Γ3, σελ 242

  2. Απόφαση Διεθνούς Δικαστηρίου για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας της Βόρειας Θάλασσας,

http://web.archive.org/web/20061002113239/http://www.icj-cij.org/icjwww/idecisions/isummaries/icssummary690220.htm

  1. https://www.mfa.gr/zitimata-ellinotourkikon-sheseon/

  2. “Ελληνοτουρκικές σχέσεις”, Εκδόσεις Πατάκη, Άγγελος Συρίγος, κεφ Γ3, σελ 249

  3. US Navy, The Commander’s Handbook on the Law of Naval Operations

  4. http://www.kathimerini.gr/992139/article/epikairothta/politikh/aigialitida-zwnh-osa-prepei-na-gnwrizoyme

  5. http://www.skai.gr/news/greece/article/387025/epektasi-ton-ellinikon-horikon-udaton-sto-ionio-proaniggeile-o-kotzias/

  6. https://www.energia.gr/article/149385/ee-anakoinosh-prosklhshs-ekdhloshs-endiaferontos-se-nhsiotikes-koinothtes-gia-thn-energeiakh-metavash-se-ape-kai-orthologikh-hrhsh-energeias

  7. www.geogreece.gr/natura.php

  8. http://www.kathimerini.gr/937515/article/epikairothta/ellada/rae-akomh-21-nhsia-sth-lista-twn-hlektrikwn-diasyndesewn-me-ypovryxia-kalwdia

  9. “The International Regulation of Offshore Windfarms under the 1982 Law of the Sea Convention”, Carola Fink,https://www.google.com/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=3&ved=2ahUKEwiz1JT027vfAhVqMOwKHeiSBMUQFjACegQIBhAC&url=https%3A%2F%2Fwww.duo.uio.no%2Fbitstream%2Fhandle%2F10852%2F20424%2FThesisCarolaFink.pdf%3Fsequence%3D1&usg=AOvVaw2HuGsS1otUCWzGYo-uCggM

 

*O Νίκος Παπαδαντωνάκης είναι Ηλεκτρολόγος Μηχανικός ΕΜΠ με εξειδίκευση στα Ενεργειακά Συστήματα και τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Είναι κάτοχος των Μεταπτυχιακών Τίτλων Σπουδών MSc Management από το Warwick Business School, University of Warwick, MSc Τεχνοοικονομικά Συστήματα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και MSc in Energy: Strategy, Law and Economics από το Πανεπιστήμιο Πειραιώς. Είναι μέλος του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ) και της Ελληνικής Επιστημονικής Ένωσης Αιολικής Ενέργειας (ΕΛΕΤΑΕΝ). Δραστηριοποιείται επαγγελματικά για πάνω από 10 χρόνια στο σχεδιασμό, αδειοδότηση, ανάπτυξη και λειτουργία σταθμών ΑΠΕ και των συνοδών αυτών έργων (Υποσταθμών, Γραμμών Μέσης και Υψηλής Τάσης), ενώ είναι παράλληλα μέλος του Εθνικού Μητρώου Ελεγκτών (ΕΜΠΕ) και Αξιολογητών (ΕΜΠΑ) Επενδύσεων του Υπουργείου Οικονομίας & Ανάπτυξης.

 

 

11 Ιανουαρίου 2019

Πηγή: energypress